διαγνωστικός

διαγνωστικός
η , ό[ν] диагностический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "διαγνωστικός" в других словарях:

  • διαγνωστικός — able to distinguish masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικός — ή, ό (Α διαγνωστικός, ή, όν) [διαγιγνώσκω] 1. ο ικανός στο να διαγιγνώσκει 2. (για γιατρούς) ο ικανός να κάνει γρήγορη και ασφαλή διάγνωση κάποιας ασθένειας 3. αυτός που χρησιμεύει ή χρησιμοποιείται στη διάγνωση 4. το θηλ. ως ουσ. η διαγνωστική η …   Dictionary of Greek

  • διαγνωστικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στη διάγνωση ή είναι κατάλληλος ή ικανός για διάγνωση: Υπάρχουν διαγνωστικές μέθοδοι, για την κατάταξη των μαθητών σε τάξεις. 2. το θηλ. ως ουσ., διαγνωστική κλάδος της ιατρικής που καθορίζει τον τρόπο διάγνωσης των… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαγνωστικά — διαγνωστικός able to distinguish neut nom/voc/acc pl διαγνωστικά̱ , διαγνωστικός able to distinguish fem nom/voc/acc dual διαγνωστικά̱ , διαγνωστικός able to distinguish fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικῶν — διαγνωστικός able to distinguish fem gen pl διαγνωστικός able to distinguish masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικόν — διαγνωστικός able to distinguish masc acc sg διαγνωστικός able to distinguish neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικαῖς — διαγνωστικός able to distinguish fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικαί — διαγνωστικός able to distinguish fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικοῖς — διαγνωστικός able to distinguish masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικοί — διαγνωστικός able to distinguish masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγνωστικοῦ — διαγνωστικός able to distinguish masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»